O Αλέξανδρος Κοέν μιλάει στο maga.gr

[gkri]Ο Αλέξανδρος Κοέν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους φερέλπιδες σκηνοθέτες. Με σπουδές στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή «Ιασμός» και μεταπτυχιακές σπουδές σκηνοθεσίας στο Middlesex University του Λονδίνου (Master of Arts in Theatre Directing) και στην Ακαδημία Δραματικής Τέχνης της Μόσχας GITIS, θα μπορούσε κάνεις να πει ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Από πολύ νωρίς συνεργάστηκε με σπουδαίους Έλληνες ηθοποιούς και σκηνοθέτες όπως είναι οι Μίρκα Παπακωνσταντίνου,  Πέμη Ζούνη, Γιάννης Ιορδανίδης, Νίκος Καραγέωργος, Γιάννης Μαργαρίτης, Θωμάς Μοσχόπουλος, Άσπα Τομπούλη και Σταύρος Σ. Τσακίρης στο Εθνικό Θέατρο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα, σε ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και σε ιδιωτικούς θιάσους.

Φέτος σκηνοθετεί τις παραστάσεις “Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας”, του Φρήντριχ Ντύρρενματ και την «Βάσσα Ζελεσνόβα», του Μαξίμ Γκόρκι. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, μας μιλάει για τη σκηνοθεσία στην Ελλάδα, ποιον θεωρεί τον σημαντικότερο θεατρικό συγγραφέα όλων των εποχών, την επιλογή του – φέτος – να σκηνοθετήσει το έργο του Φρήντριχ Ντύρρενματ, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στη συγκεκριμένη παράσταση και για το επόμενο έργο που θα σκηνοθετήσει.[/gkri]

Tι ήταν αυτό που σας τράβηξε να ασχοληθείτε με τη σκηνοθεσία;

Μια παρατεταμένη εφηβεία. Και όρεξη για παιχνίδι. Η σκηνοθεσία μοιάζει λίγο με το παιχνίδι: εμπεριέχει την πραγματοποίηση μιας υποθετικής συνθήκης. Μπορείς να δεις να «συμβαίνουν» τα πιο απίθανα πράγματα με τη μεγαλύτερη ευκολία.

Πόσο εύκολο είναι για ένα νέο άνθρωπο να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία στην Ελλάδα;

Έτσι κι αλλιώς δε θεωρώ πως είναι εύκολο ν’ ασχοληθεί κάποιος με τη σκηνοθεσία. Κι έτσι κι αλλιώς δε θεωρώ πως κάτι είναι εύκολο στην Ελλάδα του σήμερα. Το δυσκολότερο εμπόδιο είναι το θέμα της παραγωγής. Κακά τα ψέματα, οι παραστατικές τέχνες χρειάζονται χρήματα. Οι ενδιαφέροντες χώροι, τα ευφάνταστα σκηνικά (δεν αναφέρομαι σε σκηνογραφικές φλυαρίες), και οι αποτελεσματικοί φωτισμοί απαιτούν χρήματα. Από εκεί και πέρα το ανθρώπινο δυναμικό σε κάθε παράσταση είναι τεράστιο, άρα κοστίζει: ηθοποιοί, συντελεστές, τεχνικοί… Αφού το θέατρο είναι ομαδικό σπορ, χρειάζεται και μεγάλη ομάδα.

Για το νεαρό της ηλικίας σας έχετε σκηνοθετήσει πολύ σημαντικά έργα. Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το πιο σημαντικό έργο που έχετε σκηνοθετήσει μέχρι τώρα; (Αυτό δηλαδή που, όταν πιάσατε το κείμενο στα χέρια σας, τρέματε).

Είχα την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ κυρίως με σημαντικά κείμενα. Για μένα βασική προϋπόθεση είναι το έργο και οι ηθοποιοί. Θα σας φανεί παράξενο αλλά, όταν έχω σημαντικό κείμενο στα χέρια μου, δεν τρέμω. Μάλλον βοηθό μου θεωρώ τον μεγάλο συγγραφέα. Σαν τον μεγάλο μου προστάτη που θα με καθοδηγήσει σοφά, θα μου επιτρέψει να πειραματιστώ, και στα στραβοπατήματά μου θα με επαναφέρει. Είναι δικλείδα ασφαλείας για μένα οι σπουδαίοι ποιητές. Μου θέτουν ψηλά τον πήχη, κι αγωνίζομαι να τους πλησιάσω – παρέχοντάς μου ωστόσο δίκτυ ασφαλείας.

Ποιον θεωρείτε τον σημαντικότερο θεατρικό συγγραφέα όλων των εποχών;

Δεν ξέρω να πω ποιος είναι ο σημαντικότερος· μπορώ, όμως, να πω ποιος με συγκινεί περισσότερο, όταν έρχομαι σ’ επαφή με τα έργα του. Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον Σαίξπηρ. Έχω κάνει ήδη δύο έργα του (το «Πολύ κακό για το τίποτε» και τον «Τίμωνα τον Αθηναίο») και ετοιμάζομαι πυρετωδώς για το τρίτο. Έχει καταφέρει να συμπυκνώσει ολόκληρο το σύμπαν στους στίχους του. Κι όσο για την ποίησή του είναι υψηλή χωρίς να ναρκισσεύεται. Είναι ένα θέατρο κατ’ εξοχήν λαϊκό που εκκινεί από πολύ απλές ιστορίες και απογειώνεται σε πανανθρώπινα επίπεδα.

Έχετε σκηνοθετήσει έργα ξένων συγγραφέων. Ελλήνων σκέφτεστε να ανεβάσετε;

Ασχολούμαι παράλληλα με τη μετάφραση των έργων ως στάδιο προεργασίας της σκηνοθεσίας. Οπότε αυτό μου δημιούργησε μια μεγαλύτερη οικειότητα με τα ξένα έργα. Ωστόσο αγαπώ αρκετούς Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς. Αν έπρεπε ν’ αναφέρω έτσι στα γρήγορα ονόματα: τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Παντελή Χορν από τους παλαιότερους, τον Παύλο Μάτεσι και τον Άκη Δήμου από τους νεότερους. Περιμένω να έρθει η συγκυρία που θα δουλέψω πάνω σε ελληνικό έργο. Η γλώσσα των ελληνικών έργων είναι η γλώσσα μου, και οι ήρωές τους είναι συγγενείς μου.

Γιατί φέτος επιλέξατε να σκηνοθετήσετε το έργο του Φρήντριχ Ντύρρενματ «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας»;

Για τα σπουδαία κλασικά κείμενα δε χρειάζεται λόγος επικαιρότητας για ν’ ασχοληθείς μαζί τους. Είναι ένα έργο που μιλάει για την πολιτική μας κατάσταση, και πάνω απ’ όλα ήταν η τέλεια ευκαιρία για να συνεργαστώ με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου που εκτιμώ βαθιά και αγαπώ απεριόριστα.

Ποια κοινά εντοπίζετε ανάμεσα στην κοινωνία της παράστασης και τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα;

Την περασμένη εβδομάδα διάβασα σε μια εφημερίδα το πολιτικό σχόλιο του Θεόδωρου Ρουσόπουλου με αφορμή την παράστασή μας. Πέρα απ’ την κοινότοπη αναλογία που βλέπουμε όλοι μας (μια πόλη υπό την απειλή χρεοκοπίας) στο άρθρο αυτό παραλληλίζεται ο Άλφρεντ Ιλ (ο απειλούμενος με θάνατο μπακάλης) με την Ελλάδα, και η Γηραιά Κυρία (που θέτει τους ολέθριους όρους του παιχνιδιού) με την Ευρώπη. Βρήκα ευφυή την αναλογία· συμπυκνώνει τέλεια πόσο μας αφορά το έργο – αν και γραμμένο από Ελβετό και μάλιστα εξήντα χρόνια πίσω.

Τι προσπαθείτε να επικοινωνήσετε στο κοινό με τη συγκεκριμένη παράσταση;

Πέρα απ’ το εντυπωσιακό περιβάλλον του Ντύρρενματ υπάρχει μια φράση της δασκάλας της κωμόπολης που, αφού έχει αποφασίσει κι εκείνη ν’ αποδεχτεί την ευμάρεια και ν’ απορρίψει την ηθική, λέει: «Ξέρω καλά πως μια μέρα θα εμφανιστεί και σ’ εμένα μια γηραιά κυρία» εννοώντας τη συνείδηση, τις τύψεις και τελικά την κρίση. Θα ήθελα ν’ ακούσουν οι θεατές αυτή τη φράση. Πιστεύω κι εγώ πως το σύμπαν έχει τη δική του δικαιοσύνη, η οποία επεμβαίνει από μόνη της απαλλάσσοντας εμάς από το ρόλο του τιμωρού ή του εκδικητή.

Υπήρξε κάτι που να σας δυσκόλεψε σε αυτή τη δουλειά;

Πρώτα απ’ όλα το θέμα της παραγωγής: δεκαπέντε ηθοποιοί, μεγάλο σκηνικό, πολλά κοστούμια. Όλα τα άλλα κύλησαν μάλλον στα λογικά πλαίσια της δημιουργικής δυσκολίας. Το στοίχημα στην παράστασή μας ήταν να κινηθούμε στην αισθητική του γκροτέσκο, να ξενίζει ο τρόπος, αλλά ούτε στιγμή να μην αναρωτιέται ο θεατής αν αυτό που συμβαίνει είναι αλήθεια ή ψέμα. Όχι, είναι η αλήθεια που κόβει την ανάσα. Αυτή η τομή ανάμεσα στο παράδοξο και στο απολύτως αναγνωρίσιμο, νομίζω, μας κέντρισε πολύ.

Ο Βρετανός ποιητής T. S. Eliot έχει πει ότι «ένα θεατρικό έργο πρέπει να σου δίνει να σκεφτείς κάτι. Όταν βλέπω ένα έργο και το καταλαβαίνω με την πρώτη, τότε ξέρω ότι δεν είναι και πολύ καλό». Ποια είναι η σας γνώμη πάνω σε αυτό;

Παραλλάσσοντας αυτό που λέει ο Έλιοτ θα έλεγα πως στο καλό θεατρικό έργο τα καταλαβαίνεις όλα. Απλώς έχεις τη χαρά –κάθε φορά που το διαβάζεις ή το βλέπεις– ν’ ανακαλύπτεις όλο και περισσότερα στοιχεία, τα οποία ούτε είχες διανοηθεί στην πρώτη επαφή.

Πόσο εκπαιδευμένο θεωρείτε ότι είναι το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό για βαθύτερα νοήματα;

Πολύ εκπαιδευμένο. Έχουμε καλό θέατρο και καλούς θεατές. Άπειρες παραστάσεις – αρκετές άστοχες, κάποιες ερευνητικές, πολλές στην πεπατημένη. Όμως, μέσα απ’ όλη αυτή την παραγωγή πάντα κάτι προκύπτει. Αφήστε που ο Έλληνας θεατής δεν έχασε ποτέ τη σχέση του με το θέατρο. Ακόμη και φέτος –με την τεράστια αβεβαιότητα που ήρθε να μας προσθέσει το φετινό καλοκαίρι– οι θεατρικές αίθουσες είναι γεμάτες.

Ποια είναι η επόμενη παράσταση που θα σκηνοθετήσετε;

Μόλις έκανε πρεμιέρα η «Βάσσα Ζελεσνόβα»: ένα σπουδαίο έργο του Μαξίμ Γκόρκι που σκηνοθέτησα στο Θέατρο Altera Pars, και τα άμεσα σχέδια για τη συνέχεια είναι δύο. Ένα καινούργιο έργο (μόλις περσινό) του Μαρκ Χέυχαρστ που λέγεται «Μέσα στη νύχτα» και περιγράφει τη ζωή του δικηγόρου Χανς Λίττεν που τόλμησε να σύρει στο εδώλιο του κατηγορουμένου τον Χίτλερ – με αποτέλεσμα φυσικά να φυλακιστεί, να βασανιστεί και να πεθάνει. Είναι γοητευτική αυτή η πλευρά της ιστορίας που επιλέγει ν’ ασχοληθεί ο Χέυχαρστ. Και στη συνέχεια –δεν ξέρω αν θα είναι φέτος– ένα ακόμη έργο του Σαίξπηρ που μελετώ από πέρσι και είναι παραμελημένο από την ελληνική σκηνή.

Σχόλια

By | 2017-04-23T22:25:13+00:00 2 Νοέμβριος, 2015|
RADIO CHAT