Σε ποια Ευρώπη μένουμε;

[cc_quote]ο Έλληνας ασκεί κριτική στην Ελληνική κυβέρνηση, ενώ ο Ευρωπαίος ασκεί κριτική στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση[/cc_quote]Σε μια περίοδο που το εύκολο και το προφανές είναι να ασκήσουμε κριτική στην ελληνική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ή να εκφρασθούμε με προκατάληψη κατά σκληροτράχηλων «ανθελλήνων» πολιτικών όπως οι Υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας και της Φινλανδίας ή η πρωθυπουργός της Λιθουανίας, αυτό που έχει αξία είναι να εξετάσουμε το φυσικό χώρο όπου εξελίσσονται τα τεκταινόμενα: την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το να τοποθετήσουμε σε πρώτη θέαση τη διερεύνηση του περιβάλλοντος αντί για την μελέτη της συμπεριφοράς των παικτών είναι μια σκέψη θεμελιώδης, διότι το περιβάλλον υπαγορεύει στους παίκτες την στρατηγική τους στις διεθνείς σχέσεις και, επομένως, μονάχα υπό το πρίσμα αυτού του συστήματος είναι δυνατόν να εξηγήσουμε ό,τι συμβαίνει.
Η Ευρώπη με την Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992, όταν υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, δημιούργησε μια Οικονομική και Νομισματική Ένωση απορρίπτοντας άκριτα τις πολιτικές προεκτάσεις που κάτι τέτοιο προϋπόθετε και, έτσι, προδιέγραφε εν τη γενέσει της ΟΝΕ την μελλοντική κρίση της. Σαφώς το σε ποια χώρα θα συνέβαινε αυτή η κρίση θα ήταν συνέπεια των πολιτικών του συγκεκριμένου κράτους, αλλά το να επέλθει η οικονομική κρίση σε κάποιο μέλος της ΟΝΕ ήταν εξίσου προβλέψιμο όσο και αναπόφευκτο. Αυτά τα κενά ελάχιστα αμβλύνθηκαν με τις Συνθήκες της Λισσαβώνας το 2007.

Ποια ήταν, λοιπόν, αυτά τα πολιτικά προαπαιτούμενα που έπρεπε να είχαν συνοδεύσει την οικονομική και νομισματική ένωση;

Πρώτον, έλειπε ένα λεπτομερές και αξιόπιστο σύστημα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων. Μετά την ελληνική και την κυπριακή κρίση η δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης έκανε ένα πρώτο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση, αλλά σε περιορισμένο βαθμό και μονάχα στον τραπεζικό τομέα – και, κυρίως, όταν ήταν ήδη πολύ αργά. Ο δε Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που πρόσφατα συστάθηκε δεν έχει δυνατότητα πρόληψης, ούτε είναι πραγματικό σύστημα διαχείρισης κρίσεων, παρά μονάχα συνιστά τροχοπέδη στο να βιώσει απότομα μια χώρα τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης της και στο να κάνει «μετάσταση» η κρίση του ενός μέλους σε άλλα.

Φαίνεται πως η Ευρώπη διοχέτευσε περισσότερο δυναμισμό στην προσπάθεια να μην επηρεάζουν οι ελληνικές εξελίξεις τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες παρά στην «διάσωση» της Ελλάδας, προφανώς υπό την επίγνωση της αδυναμίας να στηθεί ένα πλήρες σύστημα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς τους αναγκαίους πόρους. Επί του παρόντος αναμένουμε την ολοκλήρωση της υπό σχεδίασιν Φορολογικής Ένωσης, ενώ συνεχίζουμε να γινόμαστε θεατές σπασμωδικών κινήσεων γύρω από τον συντονισμό δημοσιονομικών ζητημάτων, όπως το επικαιροποιημένο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.

Δεύτερον, θα έπρεπε να υφίσταται ένα ευρύ σύστημα αναδιανομής πόρων κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, προκειμένου να αντισταθμιστεί η υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των μικρότερων οικονομιών και η επίταση της ανταγωνιστικότητας των μεγαλύτερων οικονομιών, όπως αυτές προκύπτουν από την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Ένα κοινό νόμισμα συνεπάγεται μείωση της ανταγωνιστικότητας και εξαγωγική δυσχέρεια για τις μικρές οικονομίες ταυτόχρονα με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και διευκόλυνση των εξαγωγών για τις μεγάλες οικονομίες, καθώς και μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές των ίδιων προϊόντων από χώρα σε χώρα με το ίδιο νόμισμα.

Φώτο: futureatlas.com

Ένα ορθό σύστημα αναδιανομής πλούτου εξασφαλίζει την συνοχή και την βιωσιμότητα της Ένωσης, εξισορροπεί τις ανισοκατανομές της ωφέλειας που πηγάζει από την σύσταση της ΟΝΕ και συνδράμει στην καθιέρωση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας – του πραγματικού στόχου της νομισματικής ένωσης. Εν αντιθέσει με τα υψηλά ποσοστά του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος των ΗΠΑ που διοχετεύονται στο σύστημα αναδιανομής πόρων της ομοσπονδίας, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία φέρει στοιχεία ομοσπονδίας ως προς τα οικονομικά ζητήματα, υπάρχουν μόνον οι κοινοτικές επιδοτήσεις, οι οποίες δεν συνδέονται με την ύπαρξη του κοινού νομίσματος, και των οποίων μεγάλο μέρος αναλώνεται στις ήδη αναπτυγμένες χώρες – το δε βάρος του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μόλις το 1% του ετήσιου ευρωπαϊκού ΑΕΠ σε ορίζοντα επταετίας, δηλαδή το ουτιδανό 0,14% του ΑΕΠ ανά έτος, λίγα cents ανά κάτοικο.

Τρίτον, η οικονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης ορίσθηκε να ασκείται σε επίπεδο ξεκάθαρα διακυβερνητικό και όχι υπερεθνικό, δηλαδή ανάμεσα σε κυβερνήσεις κρατών-μελών (σύνοδοι κορυφής, πολυμερείς σύνοδοι, EuroGroup κ.λπ.) και όχι υπό κυρίαρχο κοινό θεσμό. Αυτό ενείχε έναν δεινό κίνδυνο: οι αποφάσεις ως προς την διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ θα λαμβάνονται με όρους ισχύος. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται ως ένας γαλλογερμανικός άξονας που δέχεται μικροτροποποιήσεις και κάνει κάποιες υποχωρήσεις απέναντι στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία και οι περισσότερες υπόλοιπες χώρες απλώς ακολουθούν, υπακούουν ή στήνουν διπλωματικά παίγνια για να επηρεάσουν τις εξελίξεις.

Αυτό ήδη παρατηρείται στην επιλογή των Κριτηρίων Ένταξης στην ζώνη του ευρω, που είναι (μέσα σε άλλα) το χαμηλό χρέος και ο χαμηλός πληθωρισμός, όπως επέμενε η Γερμανία με βάση τα ιστορικά της βιώματα, και οχι η χαμηλή ανεργία και το αξιόλογο κατά κεφαλήν εισόδημα, όπως αντιπρότειναν άλλες χώρες με βάση την δική τους οικονομική ιστορία. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που δομείται κατά μίμησιν της Deutsche Bundesbank, με την οποία έχουν ακόμη και κοινή έδρα την Φρανκφούρτη. Κάτι τέτοιο είδαμε να συμβαίνει στην συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, όπου η προτεσταντικής νοοτροπίας θέση πως η «διάσωση» των κρατών πρέπει να γίνεται σε αντάλλαγμα σκληρές θυσίες επικράτησε της – βάσει της καθολικής και ορθόδοξης κοσμοθεωρίας – σκέψης πως η «διάσωση» των κρατών πρέπει να γίνεται με προσεκτικό προγραμματισμό και με το μικρότερο δυνατό κόστος ∙ η πολιστική έκφανση της διαδικασίας είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες.

Επίσης, η πορεία των τωρινών διαπραγματεύσεων επαληθεύει πως η διαχείριση της ευρωζώνης γίνεται με όρους ισχύος εξαιτίας του διακυβερνητισμού που προκρίθηκε το 1992 αντί της υπερεθνικότητας ∙ πολλές φορές non-papers που διαρρέουν δείχνουν πως οι διαπραγματεύσεις δεν κινούνται γύρω από την βιωσιμότητα της λιτότητας ως οικονομικής επιλογής βάσει επιχειρηματολογίας, αλλά γύρω από το δικαίωμα ή μη της Ελλάδας να αμφισβητήσει τις ειλημμένες κατά το 2010 και το 2012 αποφάσεις και με βάση την δυνατότητα των ευρωπαϊκών θεσμών και κυβερνήσεων να πιέσουν την Ελλάδα. Αντίστοιχα οι ΗΠΑ, με την Federal Reserve Bank και με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μην αιτιολογούν στις πλούσιες πολιτείες πώς χρησιμοποιουν τους πόρους τους, διαχειρίστηκαν τις οικονομικές κρίσεις του Τέξας με αρκετή ευκολία και μεγάλη αποτελεσματικότητα, όπως και την πρόσφατη κρίση του 2008.

Φώτο: Xaf

Η πρόταση για δημιουργία ενός κοινοβουλίου της ευρωζώνης, για αύξηση της δημοκρατικότητας και της διαφάνειας του EuroGroup, για εκχώρηση πρόσθετων αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα άλλα σχέδια που παρουσιάζονται στην Πρόταση των Πέντε Προέδρων, η οποία δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες, κινούνται στην σωστή κατεύθυνση, όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό και έρχονται με τρομερή καθυστέρηση – όταν εφαρμοσθούν και στον βαθμό που θα εφαρμοσθούν.

Τέταρτον, η οικονομική και νομισματική ένωση σχεδιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990 πρόχειρα και βιαστικά για να προλάβει την γιγάντωση της γερμανικής ισχύος που συνεπαγόταν η επανένωση της Γερμανίας, στην οποία λυσσαλέα αντιτίθετο η Μάργκαρετ Θάτσερ και οι κυβερνήσεις της Ιταλίας και άλλων κρατών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρωταρχικός στόχος της νομισματικής ένωσης ήταν να θέσει το γερμανικό μάρκο υπό κοινό έλεγχο μετά την γερμανική επανένωση, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η ΕΚΑΧ είχε θέσει υπό κοινές αρχές τον γερμανικό άνθρακα και χάλυβα στην επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – η νομισματική ένωση ήταν για πολλούς πολιτικούς η προϋπόθεση αποδοχής της επανένωσης αυτής, ως αντιστάθμισμα ή ως εκχύλιση εξουσίας.

Εξίσου πρόχειρα και βιαστικά, λοιπόν, τέθηκε έπειτα σε κυκλοφορία το κοινό νόμισμα, χωρίς σχεδόν κανένα από τα ιδρυτικά μέλη της ΟΝΕ να πληρούν τα κριτήρια στα οποία τα ίδια είχαν συμφωνήσει δέκα χρόνια πριν. Η Ελλάδα πράγματι μπήκε στην ΟΝΕ με πλαστά στοιχεία, όμως ούτως ή άλλως σχεδόν καμμία από τις άλλες χώρες που υιοθέτησαν το κοινό νόμισμα το 2001-2002 δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια, ειδικά εκείνα που υφίσταντο σχετικά με το κρατικό χρέος, το δημόσιο έλλειμμα ή τον πληθωρισμό. Τα μόνα κριτήρια ένταξης που πληρούσαν όλα τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ ήταν η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, τα σταθερά επιτόκια και η συμμετοχή στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ERM). Αφενός ο ανεύθυνος τρόπος που στήθηκε η ΟΝΕ οδήγησε στο να μην εκπληρώσει τις αντιηγεμονικές βλέψεις της ως προς την άρτι ενοποιημένη Γερμανία. Αφετέρου με ποιο υπόβαθρο θα μπορούσε η ευρωζώνη ή εν γένει η ΕΕ να σταθεί απέναντι σε εξωγενείς απειλές όπως την πτώχευση της Lehman Brothers ή την άνοδο των χωρών BRICS (Βραζιλία, Ρωσσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική) στο διεθνές οικονομικο περιβάλλον, ώστε να εξασφαλίσει την μακροπρόθεσμη ευημερία των Ευρωπαίων; Δεν πρέπει να λησμονούμε πως, παρότι η Ελλάδα έχει την πιο οξεία οικονομική κρίση, πολλοί ευρωπαϊκοί λαοί αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις στις παρούσες συνθήκες, όπως οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Κύπριοι και οι Ιταλοί, ενώ αναμένουμε σημαντικές προκλήσεις για τις οικονομίες της Φινλανδίας, του Βελγίου και της Γαλλίας. Το πρόβλημα είναι πανευρωπαϊκό, και ας είναι η Ελλάδα εκείνη που έχει στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω της.

Όλα αυτά τα δεδομένα και οι σκέψεις δεν πρέπει να ειδωθούν ούτε ως υποβάθμιση της ανευθυνότητας και της αστάθειας της ελληνικής κυβέρνησης ούτε ως άρνηση της μισαλλοδοξίας, της αδιαλλαξίας και της ιδιοτέλειας των πιστωτών. Αποτελούν, εντούτοις, το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ερμηνευθούν οι δράσεις όλων των παικτών και το οποίο εξηγεί τόσο την έλλειψη ομόνοιας στην Γηραιά Ήπειρο όσο και τους λόγους για τους οποίους ένα πρόβλημα τόσο μικρό και απλό όσο το ελληνικό χρέος έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις και απειλεί την πορεία της ΕΕ και, κατ’επέκτασιν, της παγκόσμιας οικονομίας.

Ταυτόχρονα πρέπει να διαλυθεί άμεσα ένα αβάσιμο στερεότυπο που υφίσταται στις μέρες μας: η κριτική απέναντι στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δεν είναι απαραίτητα εκδοχή του ευρωσκεπτικισμού και ούτε στήριξη στην κυβέρνηση. Ο πραγματικός ευρωπαϊστής έχει όραμα για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και επιθυμεί να την βλέπει να πηγαίνει στην – κατά το δοκούν, φυσικά – σωστή κατεύθυνση. Προκειμένου να ανταποκριθεί κάποιος σε τέτοιες σκέψεις για αυτό το περίπλοκο εγχείρημα, πρέπει να αποστασιοποιηθεί και να διαπιστώσει σφαιρικά τις ευθύνες αυτού του οικοδομήματος που, κακά τα ψέμματα, είχε ανέκαθεν κακής ποιότητας θεμέλια και τώρα έχει και άσχημη πρόσοψη.

Παραδείγματος χάριν, όταν παίρνει φωτιά ένα διαμέρισμα, δεν ευθύνεται μονάχα η νοικοκυρά που ξέχασε το θερμοσίφωνα αναμμένο αλλά και οι διαχειριστές ή η συνέλευση της πολυκατοικίας που δεν έβαλαν καλή πυρασφάλεια. Υπό μια άλλη οπτική γωνία, οι λαοί και οι δημοσιογράφοι ασκούν κριτική σε αυτούς που θεωρούν κυβερνήτες τους: μια άρνηση να ασκήσουμε κριτική στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση και η επιθυμία αντ’αυτού να εμφαίνουμε στους αναντίρρητους κακοχειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης υποδεικνύει πως δεν θεωρούμε ότι η Ευρώπη είναι ο φυσικός μας χώρος από τον οποίο πηγάζει η ταυτότητά μας, όσο και αν 80% των νόμων μας πηγάζουν από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Κοινώς, ο Έλληνας ασκεί κριτική στην Ελληνική κυβέρνηση, ενώ ο Ευρωπαίος ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή διακυβέρνηση – και όποιος Έλληνας δεν ασκεί κριτική στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση μονάχα κατ’επίφασιν είναι Ευρωπαίος.

[gkri]Βιβλιογραφία και αρθρογραφία

Α. Συγγράμματα
«Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Συνθήκη της Λισσαβώνας», Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Εκδόσεις Σάκκουλα (2010)
«Συγκριτική Πολιτική και Διακυβέρνηση», Hague, Martin Harrop, Εκδόσεις Κριτική (2011)
«Η Άναρχη Κοινωνία», Hedley Bull, Εκδόσεις Ποιότητα (2009)
«Ελλάδα, Αποικία Χρέους – Ευρωπαϊκή Αυτοκρατορία και Γερμανική Πρωτοκαθεδρία», Νίκος Κοτζιάς, Εκδόσεις Πατάκη (2015)
«Θεωρίες Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης», Ben Rosamond, Εκδόσεις Μεταίχμιο (2006)

Β. Άρθρα
«La monnaie unique : problème ou solution de la zone euro ?», Frédéric Lordon ; Toute l’Europe (19.05.2014)
«Crise de l’euro: Le problème, c’est l’union monétaire», Fritz W. Scharpf ; Horizons et Débats (19.12.2011)
«Une Union monétaire en trompe-l’œil ?», Jacky Fayolle ; La Vie des Idées (07.09.2012)
«What a real external bank bailout looks like», Paul Krugman ; New York Times (17.06.2012)
«Lone Star Bailout», Paul Krugman ; New York Times (06.07.2015) [/gkri]

Σχόλια

By | 2017-04-23T22:25:18+00:00 13 Ιούλιος, 2015|
RADIO CHAT