Όταν άρχισα να ανακαλύπτω τα βιβλία και να αγαπώ τις λέξεις που γέμιζαν τις σελίδες τους, μου άρεσε να χάνομαι μέσα στα βιβλιοπωλεία και να ψάχνω να ανακαλύψω μόνη μου τον επόμενο «θησαυρό». Τότε ήταν, που για πρώτη φορά, είδα τη λέξη «καπλάνι». Φιγούραρε στον τίτλο του (έπειτα αγαπημένου) βιβλίου της Άλκης Ζέη και για μέρες πολλές αναρωτιόμουν τι να σημαίνει. Το «καπλάνι» δε το ξέχασα ποτέ. Όπως βέβαια και το βιβλίο εκείνο, «Το καπλάνι της βιτρίνας», που μαζί με τα άλλα της Άλκης Ζέη σημάδεψαν τις παιδικές μου αναγνώσεις κι αναμνήσεις και συνέβαλαν το δίχως άλλο στο να γίνω φανατική αναγνώστρια.

Τα χρόνια πέρασαν, και μόλις πέρυσι, σε μια μεταμεσονύχτια περίηγηση στα τηλεοπτικά κανάλια, «πέτυχα» την Άλκη Ζέη να αφηγείται τη ζώη της. Κάθε που άκουγα το όνομα της, όλα αυτά τα χρόνια, συνειρμικά σκεφτόμουν την Άλκη που περιέγραφε η Ζωρζ Σαρή στο «Ε.Π» της. Και να τη εδώ, ενήλικη, σε μια συνέντευξη από αυτές που θες να ακούς (ή να διαβάζεις) μα που σπανίως συμβαίνει πια. Τα τετριμμένα δεν χωρούσαν σε τούτη.

Δύο, περίπου, ώρες μετά, συνεπαρμένη, χειροκρότησα νοητά τη δημοσιογράφο της εκπομπής και χάρηκα που «γνώριζα» και αυτή την εκδοχή της σπουδαίας αυτής λογοτεχνικής φωνής. Κι όταν μερικές μέρες αργότερα, κάνοντας μια αναδιάταξη στις βιβλιοθήκες του σπιτιού, έπεσε στα χέρια μου, ένα κιτρινισμένο πολυδιαβασμένο αντίτυπο του «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», ήξερα πως «συναντούσα» (έστω και αργά) ένα θαυμάσιο βιβλίο. Τι κι αν η ημερομηνία στο εσώφυλλο έγραφε «1987»;

Τα χρόνια μπορεί να άφησαν το αποτύπωμα τους στα φύλλα του βιβλίου, μα ουδόλως στη μαγεία του. Σαν αυτοβιογραφικό, μα μυθιστόρημα, «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» διατρέχει τη ζωή της Ελλάδας παράλληλα με αυτή της ηρωϊδας, που μας κάνει συνοδοιπόρους στα ταξίδια της και συνενόχους στο συναισθηματικό της κόσμο και μας δείχνει τη μακρά πορεία της που σφραγίστηκε εν πολλοίς από την ιδεολογία και τα πιστεύω της.

Ίσως να μην έχει νόημα να εξυμνήσω ετεροχρονισμένα αυτό το υπέροχο βιβλίο, μιας και έχει συμβεί πολλάκις κατά το παρελθόν και θα συμβαίνει και στο μέλλον. Είναι η μοναδική, η τόσο άμεση γραφή της Άλκης Ζέη. Που φέτος το φθινόπωρο αποφάσισε να μας δείξει μερικές ακόμα σελίδες της ζωής της, να μας τις διηγηθεί σαν παραμύθι. «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», αυτοβιογραφείται, μας εξιστορεί τα χρόνια και τις περιπέτειες της ζωής της, μας μεταφέρει πίσω στα ταραγμένα χρόνια της Ελλάδας και μας χαρίζει τη δική της ματιά. Τα γεγονότα μιας άλλης εποχής σκιαγραφημένα και εντυπωμένα στη δική της προσωπική της ιστορία. Ξεφυλλίζω το αντίτυπο μου, που ήταν για μένα από τα πιο αναμενόμενα των φθινοπωρινών εκδόσεων.

zei

Διατρέχω το οπισθόφυλλο:

«Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Στο μυθιστόρημα μπορείς να λες ό,τι φαντάζεσαι, να κινείς τους ήρωές σου όπως θέλεις, να τους βάζεις να λένε ό,τι σκέφτεσαι εσύ. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι αληθινά, δεν γίνεται ούτε τοσοδά να λαθέψεις, μια και κανείς τους δεν μπορεί πια να σε επιβεβαιώσει ή να σε διαψεύσει. Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: «Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε». «Τώρα» της λέω, «που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας θα ‘θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;» «Με τίποτα» μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. «Με τίποτα» συμπλήρωσα κι εγώ.»

Ανυπομονώ να χαθώ στην αφήγηση της. Σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που, σαν σε ένα άλλο σύμπαν, κρατούσα το «Καπλάνι της βιτρίνας» και ανυπομονούσα να μάθω τι πάει να πει «καπλάνι».

Το «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Σελίδες: 392 / Ημερομηνία έκδοσης: 24 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλια