Πήρα το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μερικά χρόνια πριν, όταν στο Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα ένα μάθημα Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Δε το διάβασα αμέσως, έπειτα κάπως κρύφτηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, το ξαναβρήκα πρόσφατα και χάθηκα στις σελίδες του με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Είτε με τη ματιά του ιστορικού, είτε με αυτή του απλού αναγνώστη, το Ολοκαύτωμα είναι μια περίοδος που δε δύναται να σε αφήσει ασυγκίνητο, αδιάφορο στο έγκλημα που συντελέστηκε, όχι σε κάποια χώρα μακρινή, μα μέσα στον πυρήνα της εκβιομηχανισμένης και εκπολιτισμένης Ευρώπης.

Το βιβλίο του Primo Levi είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι ένα χρονικό της περιόδου που ο ίδιος πέρασε στο Άουσβιτς, ένα από τα γνωστότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης (ή ορθότερα εξόντωσης), είναι ένα ανάγνωσμα που συνίσταται το δίχως άλλο. Μέσα από τις σελίδες του γινόμαστε γνώστες της ασύλληπτης καθημερινότητας που βίωσαν οι κρατούμενοι αλλά και του συνεχούς αγώνα τους για επιβίωση.

Βεβαίως, για το Ολοκαύτωμα έχουν γραφτεί πολλά, αυτό όμως που προσδίδει ειδικό βάρος στο βιβλίο του Levi, είναι αφενός η μη ανάλωση του σε φθηνούς εντυπωσιασμούς και εύκολους συναισθηματισμούς, αφετέρου η αυτοβιογραφική του υφή. Ο Primo Levi συνέγραψε το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μόλις το 1947 – αμέσως μετά την επιστροφή του στην πόλη του, το Τορίνο – και παρότι άργησε να βρει εκδότη, δεν άργησε να καθιερωθεί ως ένα κλασσικό ανάγνωσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δομικά και γλωσσικά μπορεί κανείς να εντοπίσει ατέλειες, όμως η συνολική αίσθηση που αφήνει αυτό το βιβλίο, τις διαγράφει από το νου του αναγνώστη. Δεν περιγράφει τις λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων, δε σκορπά λέξεις μίσους. Στο επίμετρο, ο ίδιος εξηγεί «Δεν ανήκω στους ανθρώπους που κλίνουν προς το μίσος (…) Δε θα ήθελα παρόλα αυτά, η απουσία καταδικαστικής κρίσης εκ μέρους μου να ερμηνευθεί σαν γενική άφεση αμαρτιών».

Ορμώμενος από την επιτακτική ανάγκη να κάνει κι εμάς κοινωνούς της φρικτής εμπειρίας του, ανοίγει μια πόρτα στο συναισθηματικό του κόσμο και μας αφήνει να δούμε τις σκέψεις του «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρη, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. (…) Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που του στερούν όχι μόνο τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και το σπίτι του, τις συνήθειες του, τα ρούχα του, κυριολεκτικά οτιδήποτε του ανήκει: θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στη θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπεια και τη λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν τη ζωή του και θα αποφασίζουν για το θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος. Τότε θα γίνει κατανοητή η διπλή σημασία του όρου “στρατόπεδο εξόντωσης”, θα γίνει κατανοητό τι θέλαμε να εκφράσουμε με αυτή τη φράση: είμαστε στον πάτο».

Κι έπειτα «ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια• είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι• σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στη βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στη σάρκα νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

Και πιο μετά «Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, τη φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά• σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. Είχα μεγάλη, τυφλή, βαθιά εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, το να σκοτώνεις και να πεθαίνεις μου φαινόταν πράγματα ξένα, ότι ανήκαν στη λογοτεχνία. Τις μέρες μου, χαρούμενες και λυπημένες, όλες τις νοσταλγούσα γιατί ήταν μέρες γεμάτες και πλούσιες (…)».

Σταματώ για λίγο σε ένα πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», όπου ο συγγραφέας αποστασιοποιημένος από την τρομερή κατάσταση που βίωσε, εξετάζει το στρατόπεδο συγκέντρωσης σα μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία και απλώνει μπροστά μας, σα να είμαστε μάρτυρες ενός κοινωνιολογικού πειράματος, όλο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

«Απομονώνονται πίσω από το συρματόπλεγμα χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, καταγωγής, γλώσσας, κουλτούρας, διαφορετικών συνηθειών και εδώ τους επιβάλλεται ένας τρόπος ζωής απαράλλαχτα επαναλαμβανόμενος, ελεγχόμενος, όμοιος για όλους και κατώτερος των αναγκών τους: είναι ο πιο σκληρός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας πειραματιστής για να καθορίσει τι είναι έμφυτο και τι επίκτητο στη συμπεριφορά του ανθρώπου – πειραματόζωου στον αγώνα για την επιβίωση».

Κι αν στην κανονική ζωή η διάκριση είναι λιγότερο προφανής, εκεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η αβάστακτη μοναξιά του καθενός, έδειξε μέσα από ένα μεγενθυτικό πρίσμα τις διαφοροποιήσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, τις μονάδες που συνθέτουν την κοινωνία.

Ο χρόνος που πέρασε ο Primo Levi στο Άουσβιτς, ο χρόνος που μετρούσε αλλιώτικα από τον δικό μας, ρίχνει φως σε ένα πλήθος ζητημάτων γύρω από μια ιστορική περίοδο, που όσα επίθετα κι αν αραδιάσουμε δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Με ένα εξαίσιο τελευταίο κεφάλαιο («Ιστορία δέκα ημερών») κλείνει την αφήγηση του, αφήνοντας μας με δεκάδες σκέψεις κι άλλα τόσα ερωτηματικά: Ποιος γνώριζε; Πως έγινε δυνατή η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εξόντωσης στην καρδιά της Ευρώπης; Ποιες ιστορικές συνθήκες επέτρεψαν αυτόν τον όλεθρο; Από πού πηγάζει τόσο μίσος και πώς κατάφερε να μεταλλαχθεί σε μια ανεξέλεγκτη παραφροσύνη;

Ερωτήματα που δεν αρκούν ίσως ιστορικές αναλύσεις επί αναλύσεων για να απαντηθούν. Είναι η αδυναμία της λογικής να αποκριθεί στο παράλογο. Ερωτήματα που στέκονται αμείλικτα στο πέρασμα του χρόνου. Μαρτυρίες σαν και αυτή του Primo Levi διατηρούν τη μνήμη ζωντανή, μας θυμίζουν αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσουμε, μα μας θυμίζουν και κάτι άλλο: πόσο απαραίτητη είναι η ιστορική γνώση για την κατανόηση της όποιας πραγματικότητας μας.

Γιατί η αβίαστη χρήση όρων, όπως για παράδειγμα αυτή του φασισμού, τις κάνει να χάνουν το πραγματικό τους – τρομακτικό – βάρος. Γιατί η αμάθεια, η ημιμάθεια, η άγνοια, η οδηγούν σε μονοπάτια που (εύχομαι πως) κανείς συνειδητά δε θέλει να βαδίσει. Γιατί, μπορεί να ηχεί κοινότυπο αλήθεια, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό, η πηγή των προβληματικών καταστάσεων και η απάντηση στα υπαρκτά μας προβλήματα είναι πάντα η παιδεία. Κι όπως έγραψε και ο Julian Barnes στο «Ένα κάποιο τέλος»,[1. «Ένα κάποιο τέλος», Julian Barnes, 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης.] «(η Ιστορία) είναι μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων». Ας μάθουμε αυτές. Ας μάθουμε από αυτές.

[cc_full_width_col
background_color=»f1f1f1″ shadow_color=»888888″ radius=»6″]Info:

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (1997), σε μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη. Στην Ιταλία, από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με απαντήσεις του συγγραφέα σε ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου, τη συνομιλία του Primo Levi με τον Phillip Roth (1986, The New York Review of Books) αλλά και εργοβιογραφία του.[/cc_full_width_col]

Σχόλια